BLACK GUITAR

BLACK GUITAR

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Φερνάντο Πεσσόα

Χρωματίζουμε συνήθως τις ιδέες μας για το άγνωστο στις αποχρώσεις των αντιλήψεών μας για το γνωστό: αν ονομάζουμε το θάνατο ύπνο, είναι γιατί εξωτερικά μοιάζει με τον ύπνο· κι αν τον ονομάζουμε καινούργια ζωή, είναι γιατί μοιάζει με κάτι αλλιώτικο από τη ζωή. Πάνω σε τέτοιες μικρές παρεξηγήσεις της πραγματικότητας χτίζουμε τις πεποιθήσεις και τις ελπίδες μας, περνώντας τη ζωή μας με ξεροκόμματα που αποκαλούμε ζαχαρωτά, σαν τα φτωχόπαιδα που παίζουν το παιχνίδι της ευτυχίας.

Μα έτσι γίνεται και με τη ζωή ολόκληρη: τουλάχιστον σ’ αυτό το ιδιαίτερο σύστημα ζωής που ονομάζεται πολιτισμός. Πολιτισμός σημαίνει να δίνεις στο κάθε πράγμα ένα όνομα ακατάλληλο κι ύστερα να κάθεσαι να ονειρεύεσαι το αποτέλεσμα. Γεγονός είναι πώς το ψεύτικο όνομα μαζί με το αληθινό όνειρο δημιουργούν μια πραγματικότητα καινούργια. Το αντικείμενο μετατρέπεται σ’ ένα πραγματικά διαφορετικό πράγμα, επειδή το κάναμε εμείς να διαφέρει.
Κατασκευάζουμε πραγματικότητες. Η πρώτη ύλη παραμένει η ίδια, αλλά η μορφή που της έχει δώσει η τέχνη, δεν επιτρέπει στην πραγματικότητα να συνεχίζει να είναι αυτή που ήταν. Ένα τραπέζι από ξύλο πεύκου είναι πάντα πεύκο μα άλλο τόσο είναι και τραπέζι. Καθόμαστε στο τραπέζι κι όχι στο πεύκο. Ο έρωτας είναι ένα σεξουαλικό ένστικτο- ωστόσο δεν ερωτευόμαστε με το σεξουαλικό μας ένστικτο, αλλά με την προϋπόθεση ενός άλλου συναισθήματος. Και, συνεπώς, η προϋπόθεση αυτή είναι ήδη ένα διαφορετικό συναίσθημα.
Δεν ξέρω ποιο επιδέξιο τέχνασμα του φωτός, ή ποιος ακαθόριστος θόρυβος, ποια μνήμη ευωδιάς ή μελωδίας που ξυπνά από, κι εγώ δεν ξέρω ποια, εξωτερική επίδραση, οδηγεί το νου μου, την ώρα που περπατώ στο δρόμο, σε τούτες τις περιπλανήσεις που, χωρίς βιασύνη, καταγράφω καθώς κάθομαι ξέγνοιαστος σ’ ένα καφενείο. Δεν ξέρω προς τα πού επρόκειτο να κατευθύνω τη σκέψη μου ούτε και προς τα πού θα προτιμούσα να την κατευθύνω. Είναι μια μέρα με ομίχλη διάφανη, υγρή και χλιαρή, θλιβερή χωρίς να γίνεται απειλητική, μονότονη χωρίς λόγο. Πονώ με κάποιο συναίσθημα που αγνοώ, μου λείπει κάποιο επιχείρημα δεν ξέρω πάνω σε τι, τα νεύρα μου δεν έχουν θέληση.

 

Κάτω από τη συνείδησή μου είμαι θλιμμένος. Γράφω τις γραμμές αυτές, κυριολεκτικά κακοσυνταγμένες, όχι για να πω αυτό που λέω ούτε για να πω κάτι, αλλά για να απασχολήσω την αφηρημάδα μου. Γεμίζω αργά, με τις μαλακές γραμμές ενός μολυβιού που δεν έχω καν την ευαισθησία να ξύσω, το άσπρο χαρτί όπου τυλίγουν τα σάντουιτς, έτσι όπως μου το ’δωσαν από το καφενείο, γιατί δεν χρειαζόμουν καλύτερο, οποιοδήποτε θα έκανε τη δουλειά του, από τη στιγμή που θα ’ταν λευκό. Και θεωρώ τον εαυτό μου ικανοποιημένο.
Βολεύομαι. Η βραδιά πέφτει μονότονα, χωρίς βροχή και το λίγο φως φεύγει με μια απόχρωση αβεβαιότητας και αποθάρρυνσης.
Όταν ζει αδιάκοπα κανείς στον κόσμο των αφηρημένων εννοιών —είτε για αφηρημένη σκέψη πρόκειται είτε για την αφηρημένη αίσθηση της σκέψης— δεν αργεί να φτάσει στο σημείο όπου, ενάντια στα αισθήματά του και τη θέλησή του, μεταμορφώνονται σε φαντάσματα ακόμη και τα πράγματα εκείνα της πραγματικής ζωής που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα έπρεπε να γίνονται πιο έντονα αισθητά.
Όσο και να αισθάνομαι φίλος με κάποιον —και μιλώ για φιλία αληθινη—, το να μάθω πως είναι άρρωστος ή πως πέθανε δεν μου προκαλεί τίποτα παραπάνω από μια αόριστη, απροσδιόριστη, ξεθωριασμένη εντύπωση για την οποία ντρέπομαι. Μόνο η άμεση θέαση του γεγονότος, το τοπίο του, θα μπορούσε να γεννήσει μέσα μου συγκινήσεις. Όταν ζεις συνέχεια στη φαντασία, η δύναμή της φθείρεται και αναλώνεται, και προπαντός αδυνατίζει η ικανότητα φαντασίωσης του πραγματικού. Όταν ζεις πνευματικά σ’ αυτό που δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, τότε καταλήγεις να μην μπορείς ούτε να ονειρευτείς αυτό που μπορεί να είναι.
Μου είπαν σήμερα πως μπήκε στο νοσοκομείο για να εγχειριστεί ένας παλιός μου φίλος, τον οποίο πάει πολύς καιρός που δεν τον βλέπω πια, τον θυμάμαι όμως πάντα με ένα αίσθημα ειλικρινές που νομίζω πως είναι νοσταλγία. Η μόνη αίσθηση που το νέο αυτό μου άφησε, η μόνη σαφής και θετική εντύπωση, ήταν αυτή της αγγαρείας στην οποία θα υπέβαλα αναγκαστικά τον εαυτό μου, να πάω να τον επισκεφθώ, μαζί με την ειρωνική εναλλακτική της λύση, εφόσον δεν έβρισκα το κουράγιο να κάνω την επίσκεψη, να υποφέρω από τύψεις που δεν το έκανα.
Τίποτε άλλο… Η συνεχής πάλη με τις σκιές με έκανε κι εμένα σκιά — σ’ αυτό που σκέφτομαι, σ’ αυτό που νιώθω, σ’ αυτό που είμαι. Η επιθυμία για το φυσιολογικό πλάσμα που δεν υπήρξα ποτέ διαβρώνει την ουσία του είναι μου. Αλλά και τότε νιώθω αυτό, μονάχα αυτό. Δεν νιώθω καμιά ξεκάθαρη στεναχώρια για το φίλο μου που θα εγχειριστεί. Δεν νιώθω λύπη για κανέναν από τους ανθρώπους που πρόκειται να εγχειριστούν, ούτε για όσους υποφέρουν και πονούν σ’ αυτόν τον κόσμο. Λυπάμαι μόνο που δεν είμαι κάποιος που ξέρει να λυπάται.
Και από τη μια στιγμή στην άλλη, σκέφτομαι κιόλας κάτι άλλο, αναπόφευκτα, με μια παρόρμηση που δεν ξέρω από που πηγάζει. Και σαν να παραληρώ, μπερδεύεται με αυτά που δεν κατάφερα να νιώσω, που δεν κατάφερα να είμαι, ένα θρόισμα των δέντρων, ένα μουρμουρητό νερού που τρέχει στη δεξαμενή, ένα κτήμα ανύπαρκτο…
Προσπαθώ να αισθανθώ μα δεν ξέρω πια πως αισθάνονται. Έχω γίνει η σκιά του εαυτού μου, μια σκιά στην οποία παρέδωσα τον εαυτό μου. Αντίθετα από τον Πέτερ Σλέμιλ* του γερμανικού παραμυθιού, δεν πούλησα τη σκιά μου στο διάβολο, μα την ίδια την υπόστασή μου. Υποφέρω που δεν υποφέρω, που δεν ξέρω να υποφέρω. Ζω ή παριστάνω πως ζω;
Είμαι άραγε ξύπνιος ή κοιμισμένος; Μια αόριστη αύρα που βγαίνει μέσα από τη ζέστη της ημέρας, με κάνει να τα ξεχνάω όλα. Τα βλέφαρά μου βαραίνουν ευχάριστα… Νιώθω πως ο ίδιος ήλιος χρυσίζει τους κάμπους όπου δεν είμαι κι όπου δεν θέλω να βρεθώ… Μέσα από τους θορύβους της πόλης βγαίνει μια μεγάλη σιωπή… Κάτι τοσο γλυκό… Μα πόσο πιο γλυκά θα ήταν όλα, αν μπορούσα να αισθανθώ…
19-6-1934


Σ.τ.Μ.. Peter Schlemil: μυθικό πρόσωπο της γερμανοεβραϊκης παράδοσης.
Από “Το Βιβλίο της Ανησυχίας” του Φερνάντο Πεσσόα
Εικόνα: Herbert List, GREECE. Cyclades. Santorini. 1937. Plaster masks. List photographed the masks a number of times; they were evidently masks of two friends who accompanied him on his trip to Greece. Such photographs, he viewed as allegories of friendship. 
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου