Αλκυονίδες '86: Μουσική, το αλάθητο μονοπάτι

Η σκηνή μέσα από την οθόνη μιας παχιάς JVC, καρφωμένης ψηλά στη γωνία, στο πατάρι της καφετέριας. Κάτι σαν απόπειρα ευρυγώνιου εφέ. Εισαγωγή σαν ήχος ατίθασου αέρα σ' ερημιά. Από μακριά μπαίνει στο πλάνο μια ξέσκεπη Φορντ Θάντερμπερντ του '60. Στο τιμόνι τύπος αμέρικαν μπόϋ, με γωνιώδες πρόσωπο, φαρδύ κούτελο, ξανθό μαλλί ελαφρώς ανεμοδαρμένο και αδιαπέραστα ρέϊμπαν. Σωφάρει υπό εκτυφλωτική λιακάδα, κάπως απεγνωσμένα, σε αυτοκινητόδρομους και λαγκάδια. Υπόκρουση από συνθεσάϊζερ διαχέεται γύρω από το ατμοσφαιρικό μπάσο, με συνοδεία ένα γεμάτο υπαινιγμούς κιθαριστικό περίγραμμα. Μελωδία κρύσταλλο, φωνή άμεση, που αρπάζει την προσοχή.
Οι Αλκυονίδες ήταν κάπου στο μέσο τους.
Ο πρώτος μήνας του '86 πήγαινε να κλείσει πρίμα για όλους εμάς σε κείνη την Πρώτη Λυκείου. Όχι μόνο είχαμε συνηθίσει το για πρώτη φορά «μία βδομάδα πρωί - μία απόγευμα», αλλά είχαμε βρει και τρόπους να περνάμε αφασιακά.

Οι μέρες απογευματινού σχολείου πήγαιναν να εξελιχθούν σε μια ακολουθία από μικρά χάπενινγκ. Το πρωί δεν έφτανε για διάβασμα ούτε με σφαίρες.
Ελλείψει του καταναγκαστικού από νωρίς ξυπνήματος, αφηνόμασταν να μας πλακώνουν τα παπλώματα μέχρι δέκα λεπτά πριν ξεκινήσουν τα συνοικιακά φροντιστήρια, κατά τις δέκα.
Τα διαρκώς εναλλασσόμενα προγράμματα των τμημάτων φυσικοχημείας και μαθηματικών που είχαν καταστρωθεί για να καλύψουν τις μία πρωί-μία απόγευμα αλλαγές του πληθυσμού και των τριών Λυκείων της πόλης, μπορεί να κάνανε τους φροντιστηριάδες να καταριούνται μέσα απ΄τα -συνήθως αξύριστα- μουστάκια τους, για μας όμως είχαν άλλη χάρη.
Πάντα τα πρωϊνά τμήματα ήταν λειψά από μαθητές. Κρατούσαν λιγώτερο και περιορίζονταν σε επαναλήψεις. Τα απογευματινά προηγούνταν στις παραδόσεις καινούριας ύλης, αφού γίνονταν στο σχολείο αργά το απόγευμα και τα φροντιστήρια δεν προλάβαιναν να λύσουν ασκήσεις, να εξηγήσουν θεωρία, να προλάβουν τεστ.


Όσοι δεν έκαναν φροντιστήρια, κατηφόριζαν για πρωϊνό φραπέ στις καφετέριες του φλοίσβου, χώνονταν στα πατάρια και πλακώνονταν στα μάρλμπορο.

Όταν είχαμε απόγευμα, οι λιγώτερο περιπετειώδεις μέχρι και πρωτάθλημα σουμπούτεο οργανώναμε, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή στις 12:00, στο δώμα του τέταρτου της πολυκατοικίας του Βασίλη, δίπλα σ΄ένα πλυσταριό, με κότες κανονικές και κόκκορα αγριεμένο. Ο τύπος είχε καρφώσει μαεστρικά την τσόχα σ΄ένα παλιό τραπέζι κουζίνας, προφυλαγμένο κάτω από ένα σκέπαστρο από ελενίτ. Κουβαλάγαμε το τραπέζι στη μέση της ταράτσας και παίζαμε με θέα όλη την εθνική οδό κατά μήκος της πόλης. Σα νά' μαστε στο πάνω διάζωμα του Ολυμπιακού Σταδίου ένα πράμα.
Εκεί πάνω είχαμε χώρο που μπροστά του δεν έπιανε μπάζα κανένα σαλόνι σπιτιού. Τα δεκάλεπτα ματς ήταν συγκλονιστικά. Μετράγανε τα εκτός έδρας γκολ στο κύπελλο, κρατάγαμε βαθμολογία και όλα τα σχετικά. Φέρναμε τις τσάντες μαζί και φεύγαμε κατευθείαν από κει για το σχολείο.

Οι ώρες των απογευματινών μαθημάτων ξεκινάγαν στις δυόμισυ. Ούτε προσευχή, ούτε τίποτα. Στα μούτρα μας έβλεπες ακόμα στραβοχωνεμένα γουβαρλάκια και μακαρονάδες. Έκανε μια ψύχρα άλλο πράμα, εκεί στη νότια πλευρά δίπλα στον ξεροπόταμο, που ήταν τα κτίρια των σχολείων. Μέχρι να συνηθίσουμε τη ντάγλα του μεσημεριού είχανε περάσει οι τρεις πρώτες ώρες. Και μετά, καθώς από τις πεντέμισυ έπεφτε βιαστικό το χειμωνιάτικο σκοτάδι και άναβαν οι πυλώνες με τα φώτα στο δρόμο και στο σχολείο, αρχίζαν τα πανηγύρια.

Διπλά με κανονική μπάλα στη Γυμναστική υπό το φώς των προβολέων. Πόκερ την τελευταία ώρα του ελαφρώς αργόστροφου φιλόλογου που μας έκανε Ιστορία. Τ΄απογεύματα εκείνα, στα διαλείμματα, η Σοφία κι η Μαίρη συνύφαιναν προφορικά δοκίμια επί του γούστου τους για τα μακριά κασκόλ. Η Ελένη -που μόστραρε ένα μπλουζάκι Journey, χωρίς να υποψιάζεται τί σήμαινε το «Frontiers Tour '83» πού' γραφε στην πλάτη- έφτιαχνε κάθε απόγευμα κι άλλη χωρίστρα κι η Κατερίνα έμαθε να βάφει βλεφαρίδα αλά Γκλόρια Εστεφάν.
Ο Κώστας κι ο Φάνης γνώρισαν την συγκίνηση της μπόμπας χαρακίρι στο πίσω θρανίο. Ο Τάσος απέδειξε στο τσιμεντένιο προαύλιο ότι άδικα ξέμενε στον πάγκο της ομάδας του χωριού του, καθ΄ότι τσεκούρι αυτοφυές που ο Γκοϊκοετσέα ερασιτέχνης μπροστά του.
Ο Μάκης έμαθε να μεταφράζει απ΄το αρχαίο κείμενο (προς έκλπληξη όλων) κι ο Νίκος να σκαλίζει με τον μπικ σκονάκια Γεωλογίας στον τοίχο, στο ύψος του καλοριφέρ.



Για διαγωνίσματα δευτέρου τριμήνου, δε μιλάμε. Κανείς καθηγητής δεν τολμούσε να βάλει διαγώνισμα όταν κάναμε απόγευμα. Λες και το απαγόρευε στη βάρδια κάποιο μυστήριο συνδικαλιστικό τους καθήκον.
Κι όταν χτύπαγε το τελευταίο κουδούνι, φεύγαμε μεσ' τη νύχτα για τα σπίτια μας, γοητευμένοι από κείνη την μυστήρια αίσθηση («σχολείο μέχρι το βράδυ μ@λ@κα, αυτά είναι»). Χωρίς ώρες κατειλημμένες από φροντιστήρια, το μόνο που έπαιζε ήταν ένα πασάλειμα στα της επόμενης μέρας και μετά οργανώναμε τις εξορμήσεις μας. Για πιτόγυρα, μεσοβδόμαδα σινεμά, ακρόαση δίσκων και συζητήσεις μαραθώνιες για τις άτιμες που θέλαμε να ρίξουμε.
Κι όταν κόντευε δώδεκα, επιστρέφαμε, την πέφταμε και πιάναμε τους πειρατικούς. Από κει ακούγαμε παλιά, καινούρια, απ' όλα.
Το ασημί-γαλάζιο Sharp γουώκμαν είχε ένα μαλακό ροδελάκι στο πλάϊ που καθοδηγούσε μια σατανικά ευαίσθητη βελόνα να τσουλάει πάνω στη γραμμή των συχνοτήτων που άλλαζε από AM σε FM, μ΄ ένα ανεπαίσθητο διακοπτάκι, δίπλα στην τρύπα των ακουστικών. Από την πρώτη μέρα που μου τό'φερε ο θείος μου απ΄την Αγγλία, ανέδυε την ίδια μηχανική μυρωδιά μόλις άνοιγες το πορτάκι και δεν έλεγε να ξεθυμάνει, παρά τα δύο χρόνια ζωής του.
Έπιανε τα πάντα το άτιμο. Από Πετρίδη, μέχρι πειρατές κάθε βεληνεκούς. Κάτι φορές, ακόμη και του παραδιπλανού τετραγώνου.
Εύκολο δεν ήτανε καθόλου να συντονιστείς. Οι ήχοι έρχονταν μέσα από παχιά παράσιτα και η πτυσσόμενη κεραία απαραίτητη. Οι φωνές των πειρατών μιλάγανε ανορθόφωνα αγγλικά επιπέδου λόουερ και κόβανε βίαια τα κομμάτια, τις περισσότερες φορές για να μιλήσουνε στον αέρα σε κάποιον δικό τους «συνάδελφο», να τεστάρουνε το σήμα. «Για το Καλό μου» του Μηλιώκα, «Τσικαμπούμ» του Κούτρα, «Μπριγιόλ» του Μπουλά και «Ρίτα Ριτάκι» των Κατσιμιχαίων, οι επιτυχίες της εποχής για τους λιγώτερο αγγλομαθείς, παίζονται αβέρτα, δίπλα σε Dire Straits, Cure και Marillion.
Σχεδόν Σάββατο παρά Σάββατο το πρόγραμμα είχε πάρτυ σε σαλόνια διαμερισμάτων. Με φωτορυθμικά, πατατάκια, πίτσες «απ΄όλα», 7UP και -στη ζούλα- τίποτα Χένιγκερ («και-τί κουτί-κουτί»).
Τα ενδιάμεσα Σάββατα προέβλεπαν μπόλικο καρτερικό στήσιμο σε καφετέριες, περιμένοντας «μήπως οι δικοί της την αφήσουνε να βγει απόψε». Και σινεμά, πολύ σινεμά. «ΡΟΚΥ 4», το «Πορφυρό Ρόδο του Καίρου» του Γούντυ Άλλεν (για το οποίο Μπάμπης κι ο Μήτσος μου την είχανε πέσει - «και τί κατάλαβες δηλαδή τώρα εσύ, μου λες;»). «Κυνηγώντας το Πράσινο Διαμάντι», με Μάϊκλ Ντάγκλας (όλο διπλοσάγωνα action χαμόγελα) και με μπιτ-για-bitch Κάθλην Τέρνερ (όλο υπερφίαλες ματιές και σηκωμένο φρύδι). Ήρθε και το "Back To The Future" και μας έστειλε αδιάβαστους, αφού κιόλας μας έδειξε από πού είχαν ξεπατικωθεί τα κόλπα του Άνγκους Γιανγκ : από τον Τσακ Μπέρρυ.

Το πρώτο που μας ένοιαζε κείνες τις Αλκυονίδες ήταν η ρέντα του Σαραβάκου και η ντρίμπλες του Σέστιτς. Το τελευταίο η «Αγορά του Αιώνα» για τα F-16, που είχε κάνει κατάληψη για καιρό στα πρωτοσέλιδα. Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα του «Τσάλλεντζερ» να εκρήγνυται στον αέρα, λίγο μετά την εκτόξευσή του απ΄το Κέϊπ Κανάβεραλ, που έπαιζε επί μέρες στις ειδήσεις, μας ταρακούνησε για καλά (ειδικά η χαμογελαστή φωτογραφία με κείνη την άτυχη τη δασκάλα, που θά' ταν η πρώτη πολίτης που θα ταξίδευε στο διάστημα).
Όχι όμως τόσο ώστε να μην εξακολουθήσουμε να καταστρώνουμε σχέδια για τους αποκριάτικους χορούς του Λυκείου στη ντίσκο, ή για το πώς θα πάμε κανα Σάββατο πρωί Αθήνα στο "
Happening" να πάρουμε δίσκους.
Οι γραμμένες κασσέτες άλλαζαν χέρια συνεχώς. Μπαφιασμένοι από Phil Collins και Sting που έπαιζαν παντού, πατάγαμε ανελέητα rewind για Hooters, Jefferson Starship, Heart, Mike And The Mechanics, Outfield. Μέχρι και για τον αυτομολήσαντα από τα γνωστά ποπ κυρίζια Andy Taylor.

Τα μακριά σακκάκια με τα σηκωμένα μανίκια και οι γιακάδες Μάο,  διπλαρωμένοι με υποψία καλλιεργούμενης χαίτης, ήταν «η» μόδα. Δεν υπήρχε καλύτερη οπτικοακουστική σύνοψη για την ανυποψίαστη, οραματική εποχή των Αλκυονίδων ημερών του '86 από τον ήχο εκείνου του «καινούριου» γκρουπ. Ειδικά αυτού του ασπρόμαυρου βίντεο-κλιπ του, που ακουγόταν παντού. Όχι μόνο στις καφετέριες με πατάρι, αλλά και στις ντίσκο πριν αρχίσει το πρόγραμμα, στους πειρατικούς, στα μπιλιάρδα.

"Broken Wings" από τους Mr. Mister. Η ξέσκεπη Φορντ Θάντερμπερντ του '60. O Ρίτσαρντ Πέϊτζ με το look να γκελάρει μεταξύ μπλαζέ και προβληματισμού πίσω απ' τα ρέϊμπαν (ο Σταλλόνε με τους καθρέφτες στο "Κόμπρα" απείχε ακόμη αρκετούς μήνες). Να χάνει το δρόμο.
Να περισκέπτεται μέσα σε μια εκκλησία. Να προτιμά να ακολουθήσει όχι το χάρτη, αλλά ένα μυστήριο γεράκι. Και μια φωνή μέσα του, που του λέει να συνεχίσει, να βρει ένα καινούριο μονοπάτι, να κάνει μια καινούρια αρχή. Διάχυτα συνθεσάϊζερ, ατμοσφαιρικό μπάσο, περίγραμμα από κιθαριστικές φράσεις, βιμπράτο ρεφραίν με την -αρκούντως μυστηριακή όταν είσαι 16- γραμμή "
the book of love will open up and let us in". Κάθε φορά που ακουγόταν το κομμάτι, πήγαινε τα μυαλά μας βόλτα σ' ένα αύριο που απλωνόταν αδρό, πέρα και μετά το σχολείο, υποσχόμενο τα πάντα.

Όσο είναι αλήθεια ότι στην ενήλικη ζωή συχνά προσπαθούμε να επιστρέψουμε νοερά στην ξενοιασιά που έχουν διπλωμένη στην κρύπτη της μνήμης οι ανήλικες εποχές (μερικές φορές αυτές είναι μόνο μερικές βδομάδες ή και ημέρες πραγματικού παρελθοντικού χρόνου, που όμως εξακολουθούν επίμονα να επιζούν στο μυαλό), η μουσική θα παραμένει ένα αλάθητο μονοπάτι προς τα κει.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου
http://www.rocktime.gr 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις