Καλοκαίρι στην παλιά αθηναϊκή μικρογειτονιά...


"Το περιεχόμενον μιας αθηναϊκής μικρογειτονιάς έρχεται εις την επιφάνειαν μόνον το καλοκαίρι.
Η παντούφλα, το μεσοφόρι, η γλώσσα η αδιακόπως αλέθουσα της γειτόνισσες, η κακογλωσσιά, το κορίτσι που κάθεται στο παράθυρο της "φιλενάδας" και κορτετζάρει με τον απέναντι φοιτητήν, τα "σουλάτσα" των άλλων κοριτσιών, το οργανέττο, ο κρύος μπούζι (σ.σ. αναφέρεται σ'αυτόν που πουλάει κρύο νερό), η γυναικοκαυγάδες, όλα αυτά εμφανίζονται μόνον όταν οι κώνωπες αρχίσουν τον τραγικόν τους μονόλογον εις το αυτί των Αθηναίων. Εκείνος που θέλει να γνωρίση αθηναϊκήν συνοικίαν, πρέπει να περιμένη το θέρος, τους κώνωπας και την φωνήν του "στραγαλάκια".





Ορίστε, περάστε. Αυτό είνε ένα στενοσόκακον, το οποίον δεν εγνώρισεν ακόμη άσφαλτον, το οποίον δεν είδεν αυτοκίνητον, το οποίον δεν εφωτίσθη από το ηλεκτρικόν. Ακολουθήσατέ το. Μετά δύο βήματα θα ευρεθήτε μέσα εις το πλήθος που φλυαρεί την νύκτα από θυρών και εξωθύρων και εξωστών. Αφρισμένοι ρύακες από σαπουνόνερα γλύφουν τα κράσπεδα των πεζοδρομίων. Ρούχα απλωμένα εις τους χαμηλούς εξώστας στάζουν. Αι αυλαί έχουν γλάστρες με γεράνια και σκύλους, οι οποίοι γαυγίζουν στους διαβάτας.





Χονδραί γυναίκες του λαού με αθλητικά μπράτσα εκφράζουν τον θυμόν ή την απελπισίαν τους, κτυπώσαι τα χέρια εις τας κνήμας των. Κορίτσια με χονδρές κοτσίδες μασούν μαστίχα και σύρουν τα σκαρπίνια εις το λιθόστρωτον, όταν διέρχεται κανείς νεαρός κύριος ή ομιλούν δυνατά δια να ακουσθούν και προκαλέσουν την προσοχήν του διερχομένου. Οι έρωτες μιας Μαρίας ή μιας Κατίνας είνε το θέμα της ομιλίας των. Ξυπόλητα παιδιά κυλίονται εις το χώμα. Ένα οργανέττον στενάζει και ένας μικρός καταγίνεται να καταστρέψη την φρεσκοβαμμένη πρόσοψιν ενός σπιτιού, χαράσσων με ένα σουγιά το όνομά του.


Την μεγαλειτέραν όμως κίνησιν την έχει η Κυριακή. Τότε κάθε σπίτι έχει και ένα ανοικτόν παράθυρον και ένα κεφάλι. Το ανοικτό παράθυρον περιμένει τον εκλεκτόν και το κεφάλι σκύβει και παρατηρεί. Από άλλα πάλιν παράθυρα, ημίκλειστα αυτά, άλλα κεφάλια εποπτεύουν, κατασκοπεύουν και σχολιάζουν.





Την Κυριακήν διέρχονται και αμάξια φορτωμένα με ανθρώπους φρεσκοξυρισμένους, με μαύρα σιδερωμένα ρούχα, με κάτασπρα γυαλιστερά πουκάμισα, με άσπρα μανικέτια που εξέχουν και δείχνουν τεράστια μαλαματένια κουμπιά, και με κυρίες βουτηγμένες εις την κολώνιαν. Άρωμα συμιγές κουρείου χύνεται εις την διέλευσιν εκάστης αμάξης και άρωμα κακογλωσσιάς.
Την Κυριακήν σύρονται και η καρέκλες και τα καρεκλάκια έξω και σχηματίζεται εις την αυλόθυραν η ανακριτική επιτροπή υπό την προεδρείαν της παχυτέρας και φλυαροτέρας γειτόνισσας, προς εξέτασιν όλων των γεγονότων και των μυστικών της συνοικίας. Τότε πλέον η μικρογειτονιά είνε στης δόξαις της: 10 οργανέττα, 30 μωρά, 5.000 παιδιά, 20 μεθυσμένοι, 3.000 φωναί πλανοδίων πωλητών και 35 χιλ.γυναικείαι γλώσσαι, διανύουσαι χωρίς βενζίναν εις εν δευτερόλεπτον όλην την συνοικίαν, συνταράσσουν τον αέρα".
("Καιροί", Ιούνιος 1910)


Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις